Υπήρξε μια εποχή που το MotoGP έμοιαζε να έχει έναν αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή και έναν μοναδικό άνθρωπο ικανό να του χαλάσει το πάρτι. Ο ένας ήταν ο Valentino Rossi, και ο άλλος ήταν ο Sete Gibernau.
Και για δύο ολόκληρες σεζόν, το 2003 και το 2004, ο Ισπανός ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια, να τον κερδίσει στην πίστα και να διεκδικήσει μαζί του ένα Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.
Ο Sete Manuel Gibernau Bultó γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1972 στη Βαρκελώνη και μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στον κόσμο των μοτοσυκλετών. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο αυτο. Είναι εγγονός του Francisco Xavier Bultó, ιδρυτή της Bultaco, μιας από τις σημαντικότερες ισπανικές εταιρείες μοτοσυκλετών.
Όμως το όνομα Bultó δεν ήταν αρκετό για να του χαρίσει μια θέση στην κορυφή, ο Sete θα έπρεπε να τη διεκδικήσει.
Έτσι ξεκίνησε από το trial και το motocross, πριν περάσει στους αγώνες ταχύτητας. Με την υποστήριξη του θρύλικου Wayne Rainey έκανε τα πρώτα σημαντικά βήματά του και έφτασε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Από τα 250cc πέρασε στα 500cc και το 1998 βρέθηκε στη Repsol Honda, αντικαθιστώντας τον τραυματία Takuma Aoki.
Την επόμενη χρονιά ήρθε η μεγάλη ευκαιρία. Στη Honda V4, σε μια μοτοσυκλέτα που είχε συνδεθεί με την εποχή του Mick Doohan, ο Gibernau άρχισε να δείχνει ότι ήταν ένας οδηγός με πραγματικές δυνατότητες πρωταθλητισμού. Το 1999 πήρε τέσσερα βάθρα, μετά όμως ήρθαν οι δυσκολίες.
Το 2000 δεν μπόρεσε να επαναλάβει τις επιδόσεις του και μετακινήθηκε στη Suzuki. Εκεί, το 2001, ήρθε η πρώτη νίκη της καριέρας του στη μεγάλη κατηγορία, στη Βαλένθια. Η Suzuki όμως δεν μπορούσε να του προσφέρει το υλικό που απαιτούσε ένας αναβάτης με τις φιλοδοξίες του.
Και τότε πήγε στη Honda, όχι στην περίφημη εργοστασιακή Repsol, αλλά στην Honda Gresini του αείμνηστου Fausto Gresini.
Το 2003 ο Gibernau βρήκε επιτέλους τη μοτοσυκλέτα που του επέτρεψε να δείξει τι πραγματικά μπορούσε να κάνει. Και τότε , ο Valentino Rossi είχε απέναντί του έναν αντίπαλο που δεν φοβόταν.
Ο Ισπανός κέρδισε τέσσερα Grand Prix και συγκέντρωσε 277 βαθμούς, τερματίζοντας δεύτερος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Οι 277 βαθμοί αποτελούσαν τότε ένα από τα υψηλότερα και σύμφωνα με το MotoGP το δεύτερο υψηλότερο σύνολα βαθμών που είχε συγκεντρώσει ποτέ αναβάτης χωρίς να γίνει πρωταθλητής.
Ειδικά στο Sachsenring, 2003, είχαμε ένα φοβερό Rossi εναντίον Gibernau.
Ο Ισπανός και ο Ιταλός έδωσαν μια από τις μεγάλες μάχες της εποχής, με τον Gibernau να παίρνει τη νίκη μετά από δραματική μονομαχία μέχρι το τέλος. Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές όπου ο διεκδικητής δεν περίμενε να του παραχωρηθεί τίποτα, αλλά το κέρδιζε με την αξία του
Το 2004 η ιστορία επαναλήφθηκε.
Ο Rossi είχε πλέον φύγει από τη Honda για τη Yamaha. Πολλοί περίμεναν ότι η αλλαγή θα άνοιγε τον δρόμο για τον Gibernau. Και για μεγάλο μέρος της σεζόν, ο Ισπανός έδειξε ότι ήταν έτοιμος.
Pole positions, νίκες, βάθρα και μια διαρκής μάχη με τον Rossi. Στο τέλος όμως, ο Ιταλός πήρε ξανά το πρωτάθλημα και ο Gibernau ξανά τη δεύτερη θέση. Όμως η ιστορία τον καταγράφει ως τον μοναδικό ουσιαστικά αναβάτη που μπόρεσε εκείνη την περίοδο να πιέσει πραγματικά τον Rossi σε διάρκεια πρωταθλήματος.
Το 2005 ήταν χρονιά που άλλαξε τα πάντα.
Στον πρώτο αγώνα της σεζόν, στη Jerez, ο Gibernau και ο Rossi έφτασαν στην τελευταία στροφή έχοντας ήδη μετατρέψει τη μάχη τους σε προσωπική αντιπαλότητα. Ο Rossi επιχείρησε την επίθεση, και οι δύο μοτοσυκλέτες συγκρούστηκαν. Ο Gibernau βγήκε εκτός γραμμής και ο Rossi πήρε τη νίκη.
Η εικόνα εκείνης της τελευταίας στροφής έμεινε στην ιστορία του MotoGP και έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της μεταξύ τους αντιπαλότητας. Ο ίδιος ο Gibernau, χρόνια αργότερα, εξακολουθούσε να θεωρεί εκείνο το περιστατικό σημείο καμπής στη σχέση του με τον Rossi και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν πλέον τους αγώνες. Το 2005, όμως, δεν του έφερε ούτε μία νίκη. Παρά τις πέντε pole positions, οι πτώσεις, τα προβλήματα και οι εγκαταλείψεις τον έριξαν στην έβδομη θέση της τελικής βαθμολογίας.
Για το 2006 αποφάσισε να πάει στην Ducati. Στην φιλόδοξη εργοστασιακή Ducati, που ακόμη δεν είχε φτιάξει την αυτοκρατορία του σήμερα.
Η συνεργασία με τον Loris Capirossi δημιουργούσε μεγάλες προσδοκίες. Όμως η σεζόν εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Πολλά προβλήματα, πτώσεις και τραυματισμοί. Στην Catalunya μάλιστα ήρθε ένα από τα πιο τρομακτικά ατυχήματα της καριέρας του. Ο Gibernau ενεπλάκη σε ένα τεράστιο ατύχημα και υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς, ενώ ακολούθησαν κι άλλες περιπέτειες με την τραυματισμένη κλείδα του.
Στο τέλος του 2006 αποφάσισε να αποχωρήσει, μόλις στα 33 του.
Έχοντας όμως αφήσει πίσω του εννέα νίκες στη μεγάλη κατηγορία, 30 βάθρα και 13 pole positions και, κυρίως, είχε γίνει ο άνθρωπος που για δύο χρόνια ανάγκασε τον Valentino Rossi να δώσει μερικές από τις πιο σκληρές μάχες της καριέρας του.
Και όμως, ο Gibernau δεν μπόρεσε να μείνει μακριά, το 2008 επέστρεψε στις δοκιμές με την Ducati και το 2009 έκανε την μεγάλη επιστροφή του στο MotoGP με την Onde 2000 Ducati. Η προσπάθεια όμως κράτησε μόλις έξι αγώνες, καθώς η ομάδα έχασε την οικονομική της υποστήριξη και αποχώρησε από το πρωτάθλημα.
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη του αποχώρηση από το MotoGP, στα 46 του χρόνια, ο Gibernau φόρεσε ξανά αγωνιστική φόρμα.
Αυτή τη φορά για το MotoE με την Pons Racing, δεν είχε να αποδείξει κάτι, αλλά επειδή, όπως συμβαίνει με τους πραγματικούς αγωνιστές, η ανάγκη για ταχύτητα δεν εξαφανίζεται ποτέ.
Έτσι όταν κάποιος κοιτάζει πίσω στην εποχή του MotoGP των αρχών των 00s, είναι αδύνατο να μιλήσει για τον Valentino Rossi χωρίς να εμφανιστεί το όνομά του. Ήταν ο άνθρωπος που στάθηκε απέναντι στον μεγαλύτερο σταρ της εποχής, που τον κέρδισε, που τον ανάγκασε να παλέψει. Ο άνθρωπος που δύο φορές τελείωσε τη σεζόν δεύτερος πίσω του.
Ο Sete Gibernau έμεινε στην ιστορία επειδή, για ένα διάστημα, ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει τον Valentino Rossi να μην μοιάζει… από άλλο πλανήτη.








