Υπήρξε κάποτε ένα παιδί από το Ελσίνκι που μεγάλωσε έχοντας απέναντί του έναν άλλο Mika. Τον Χάκινεν. Τον άνθρωπο που θα γινόταν 2 φορές παγκόσμιος πρωταθλητής. Ο Salo όμως είχε τη δική του διαδρομή, πολύ πιο δύσκολη, πολύ πιο μοναχική.
Υπήρξε μια Lotus που του έδωσε το ντεμπούτο του στη Formula 1 το 1994, πριν βρεθεί χωρίς θέση όταν η ομάδα σταμάτησε να αγωνίζεται. Υπήρξε η Tyrrell, όπου έμεινε τρία χρόνια. Και υπήρξε η Arrows, με την οποία το 1998 πάλευε συνήθως στο πίσω μέρος του grid, χωρίς όμως να πάψει ποτέ να θεωρεί τον εαυτό του οδηγό για κάτι μεγαλύτερο.
Το 1999 ήταν μια χρονιά που ξεκίνησε με τον Salo εκτός Ferrari, αλλά τελικά τον έφερε στο πιο διάσημο cockpit της Formula 1. Ο Michael Schumacher είχε τραυματιστεί στο Silverstone και η Ferrari χρειαζόταν αντικαταστάτη. Ο Salo επιλέχθηκε και από το επόμενο Grand Prix της Αυστρίας βρέθηκε δίπλα στον Eddie Irvine.
Υπήρξε εκείνο το καλοκαίρι στο Hockenheim. Ένας αγώνας χαοτικός, ένας από εκείνους που μπορούν να αλλάξουν μια καριέρα. Και ο Mika Salo ήταν εκεί, και βρέθηκε επικεφαλής. Για πρώτη και μοναδική φορά στην καριέρα του βρέθηκε τόσο κοντά σε μια νίκη στη Formula 1, όμως τότε ήρθε η εντολή.
Η Ferrari του ζήτησε να αφήσει τον Irvine να περάσει, καθώς ο Ιρλανδός βρισκόταν στη μάχη του πρωταθλήματος απέναντι στον Hakkinen. Ο Salo υπάκουσε και δεν θα κέρδιζε τον αγώνα. Και δεν θα κέρδιζε ποτέ Grand Prix Formula 1.
Υπήρξε όμως ένα όμορφο σκηνικό. Ο Irvine πήρε το τρόπαιο της νίκης και το παρέδωσε στον Salo, ως αναγνώριση για αυτό που είχε κάνει. Μερικές φορές ένα τρόπαιο μπορεί να γράφει το όνομα ενός ανθρώπου και να ανήκει στην καρδιά ενός άλλου.
Υπήρξε και η Monza. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Salo ανέβηκε ξανά στο βάθρο, τερματίζοντας τρίτος. Τα δύο βάθρα του εκείνη τη χρονιά ήταν καθοριστικά για να κατακτήσει η Ferrari το πρώτο της Πρωτάθλημα Κατασκευαστών από το 1983.
Και ίσως αυτή να ήταν η μοίρα του Mika Salo. Να έφτανε στη Ferrari την ώρα που χρειαζόταν έναν στρατιώτη και όχι έναν πρωταγωνιστή. Να οδήγησει ένα μονοθέσιο ικανό για νίκη, αλλά να μην του επιτράπει να πάρει εκείνη τη νίκη. Να έχει δύο βάθρα στα έξι Grand Prix του με τη Ferrari, αλλά να μη γράψει ποτέ δίπλα στο όνομά του τη λέξη «νικητής».
Υπήρξε μετά η Sauber, υπήρξε η Toyota. Υπήρξε η μεγάλη προσπάθεια να βοηθήσει μια καινούργια ομάδα να γεννηθεί στη Formula 1. Ο Salo συμμετείχε στην εξέλιξη του Toyota πριν από την είσοδό της στο πρωτάθλημα και το 2002 ήταν εκεί, στο πρώτο Grand Prix της ιστορίας της ομάδας. Στην Αυστραλία τερμάτισε έκτος και έγινε ο πρώτος οδηγός μετά τον JJ Lehto το 1993 που χάρισε βαθμούς σε ομάδα στο ντεμπούτο της. Υπήρξαν 111 Grand Prix, υπήρξαν 33 βαθμοί, υπήρξαν δύο βάθρα, αλλά δεν υπήρξε ποτέ νίκη, ούτε pole position.
Κι όμως, όταν κάποιος θυμάται τον Mika Salo στη Formula 1, δεν θυμάται έναν οδηγό που απλώς έτρεξε και συμπλήρωσε το grid. Θυμάται έναν οδηγό που κάποτε βρέθηκε μπροστά στο Hockenheim. Έναν οδηγό που θα μπορούσε να έχει μια νίκη στο βιογραφικό του. Έναν οδηγό που, για λίγους γύρους, είχε αγγίξει το όνειρο. Και που όταν του ζητήθηκε να το αφήσει, το άφησε. Iσως γι' αυτό ο Mika Salo να είναι μία από τις πιο παράξενες ιστορίες της Formula 1. Γιατί υπάρχουν οδηγοί που κέρδισαν και ξεχάστηκαν. Και υπάρχουν οδηγοί που δεν κέρδισαν ποτέ, αλλά έχουν μια ιστορία που η Formula 1 δεν κατάφερε να ξεχάσει.








