Ο Troy Corser δεν ήταν από εκείνους που έδιναν την εντύπωση ότι πολεμούσαν με τη μοτοσυκλέτα τους. Δεν υπήρχαν θεαματικές κινήσεις, περιττές διορθώσεις ή εκείνη η αίσθηση ότι κάθε στροφή ήταν μια μικρή μάχη επιβίωσης. Το αντίθετο μάλιστα, ο Corser έκανε μια Superbike να μοιάζει σχεδόν με παπι μαθητή 2ας Λυκείου σε ΕΠΑΛ. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από το ταλέντο του. Η ομαλότητα δεν σήμαινε έλλειψη επιθετικότητας. Σήμαινε ότι όλα συνέβαιναν με ακρίβεια.
Φρέναρισμα, μεταφορά βάρους, αλλαγή κατεύθυνσης, άνοιγμα του γκαζιού. Όλα έμοιαζαν να αποτελούν μέρος μιας ενιαίας κίνησης. Όχι τέσσερις διαφορετικές ενέργειες, αλλά μία. Ένα παλιότερο τεχνικό αφιέρωμα για την οδήγησή του περιέγραφε ακριβώς αυτή την ιδιαιτερότητα, ο Corser μπορούσε να κάνει μια Superbike σε αγωνιστικό ρυθμό να φαίνεται τόσο εύκολη, ώστε η ταχύτητά του να μοιάζει σχεδόν αδικαιολόγητη. Και το εντυπωσιακότερο, δεν ήταν απλώς γρήγορος, ηταν γρήγορος συνέχεια
Αυτό ήταν που έκανε τον Corser τόσο δύσκολο αντίπαλο. Ο θρυλικός Carl Fogarty, ένας άνθρωπος που τον είχε αντιμετωπίσει για χρόνια, αναγνώριζε ακριβώς αυτό το χαρακτηριστικό, τον περιέγραφε ως πολύ γρήγορο, πολύ ομαλό και πολύ συνεπή.
Ο Troy Bayliss, από την άλλη, είχε μια ακόμη πιο χαρακτηριστική άποψη. Όταν ρωτήθηκε ποιον αντίπαλο φοβόταν περισσότερο, απάντησε πως πάντα θεωρούσε τον Troy Corser τον πιο σταθερό και έναν από τους πιο δυνατούς αναβάτες του grid. Αυτό ήταν το παράδοξο του Corser. Δεν χρειαζόταν απαραίτητα να σου επιβληθεί. Σε νικούσε επειδή δεν έκανε σχεδόν ποτέ το λάθος που περίμενες. Και όσο περνούσαν οι γύροι, τόσο περισσότερο το καταλάβαινες.
Εκεί που άλλοι αναβάτες έπρεπε να πιέσουν τη μοτοσυκλέτα για να βρουν χρόνο, ο Corser έβρισκε χρόνο μέσα από την καθαρότητα της οδήγησής του. Το 2005, όταν επέστρεψε στην κορυφή του World Superbike με τη Suzuki, το έκανε εννέα χρόνια μετά τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο. Και ο ίδιος θεωρούσε εκείνο το δεύτερο πρωτάθλημα πιο σημαντικό από το πρώτο, ακριβώς επειδή είχε χρειαστεί να δουλέψει πολύ περισσότερο για να επιστρέψει στην κορυφή. Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη. Ο Corser μπορούσε να προσαρμοστεί, ο ίδιος είχε οδηγήσει δικύλινδρες, τρικύλινδρες, τετρακύλινδρες, V4 και διαφορετικές αρχιτεκτονικές κινητήρων, εξηγώντας ότι η εμπειρία τον είχε αναγκάσει να προσαρμόζει το στυλ του κάθε φορά στη μοτοσυκλέτα που είχε κάτω από τα πόδια του. Και αυτό εξηγεί πολλά για την καριέρα του. Πέρασε από Ducati, Aprilia, Suzuki, Yamaha και BMW.
Διαφορετικές φιλοσοφίες, διαφορετικοί κινητήρες, διαφορετικά πλαίσια, διαφορετικές εποχές. Κι όμως, ο Troy Corser παρέμενε δυνατός. Ακόμη και το 2010, στα 39 του, έδωσε στη BMW την πρώτη pole position της ιστορίας της στο World Superbike. Ήταν η 43η pole position της προσωπικής του καριέρας. Και όταν περιέγραψε εκείνον τον γύρο, είπε κάτι που ίσως συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: Όταν κάνεις έναν εύκολο, ομαλό γύρο, πολλές φορές αυτός είναι και ο πιο γρήγορος.
Αυτός ήταν ο Troy Corser. Και γι' αυτό, όταν τον παρακολουθούσες από την άκρη της πίστας, υπήρχε κάτι σχεδόν εκνευριστικό στην οδήγησή του. Όλα έμοιαζαν τόσο φυσικά, καθαρά, και απλά. Μέχρι να κοιτάξεις το χρονόμετρο, και τότε καταλάβαινες. Ήταν αυτός που εφάρμοζε τέλεια την οδήγηση του.








