Υπήρξε ένας από εκείνους τους οδηγούς που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες συστάσεις. Το παρουσιαστικό του, ο τρόπος που αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του και κυρίως η συμπεριφορά του μέσα στην πίστα μαρτυρούσαν έναν άνθρωπο που είχε έρθει στη Formula 1 για να διεκδικήσει την κορυφή. Ο Alan Jones ήταν ένας σκληροτράχηλος Αυστραλός, με έντονη προσωπικότητα, αδιαπραγμάτευτη αυτοπεποίθηση και μια σχεδόν παλιομοδίτικη αντίληψη για τους αγώνες.
Γεννημένος στις 2 Νοεμβρίου 1946 στη Μελβούρνη, μεγάλωσε μέσα στον κόσμο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Ο πατέρας του, Stan Jones, ήταν ένας από τους σημαντικούς οδηγούς αγώνων της Αυστραλίας τη δεκαετία του 1950. Η παρουσία του στους αγώνες, αλλά και οι ιστορίες από εκείνη την εποχή, αποτέλεσαν την πρώτη επαφή του Alan με τον κόσμο της ταχύτητας. Ο μικρός Jones δεν άργησε να καταλάβει ότι ήθελε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Το 1969 ταξίδεψε στην Αγγλία με ελάχιστα χρήματα, αλλά με τεράστιες φιλοδοξίες. Ήταν μια απόφαση που απαιτούσε θάρρος. Η ευρωπαϊκή αγωνιστική σκηνή ήταν γεμάτη ταλέντα, ο ανταγωνισμός αμείλικτος και η οικονομική υποστήριξη απαραίτητη για όποιον ονειρευόταν να φτάσει στη Formula 1.
Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Η πορεία του στις μικρότερες κατηγορίες είχε δυσκολίες, ατυχήματα και οικονομικά εμπόδια. Ωστόσο, το 1973 ήρθε η πρώτη σημαντική διάκριση, όταν κέρδισε αγώνα της Formula 3 στο Silverstone και ολοκλήρωσε τη χρονιά στη δεύτερη θέση του βρετανικού πρωταθλήματος. Η επιτυχία είχε ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία, καθώς λίγο πριν από εκείνον τον αγώνα είχε χάσει τον πατέρα του.
Το 1975 έκανε το μεγάλο βήμα στη Formula 1, αρχικά με την Hesketh και στη συνέχεια με την ομάδα του Graham Hill, την Embassy Hill. Δεν βρέθηκε αμέσως σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ούτε είχε στη διάθεσή του τα μέσα που απολάμβαναν οι οδηγοί των κορυφαίων ομάδων. Έπρεπε να αποδείξει την αξία του μέσα από περιορισμένες ευκαιρίες.
Το 1976 μετακινήθηκε στη Surtees του John Surtees. Η συνεργασία, όμως, δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελε. Οι σχέσεις του με τον ιδιοκτήτη της ομάδας δεν ήταν ιδανικές, ενώ το μονοθέσιο δεν του επέτρεπε να διεκδικήσει σταθερά αποτελέσματα.
Η πραγματική ευκαιρία ήρθε το 1977, όταν η Shadow αναζήτησε αντικαταστάτη του Tom Pryce, ο οποίος είχε χάσει τραγικά τη ζωή του στο Grand Prix της Νότιας Αφρικής. Ο Jones ανέλαβε τη θέση του και σύντομα απέδειξε ότι άξιζε να βρίσκεται εκεί.
Στο βρεγμένο και ιδιαίτερα απαιτητικό Grand Prix της Αυστρίας του 1977 κατέκτησε την πρώτη νίκη της καριέρας του. Ήταν μια σπουδαία στιγμή τόσο για τον ίδιο όσο και για τη Shadow, η οποία δεν κατάφερε ποτέ ξανά να κερδίσει αγώνα της Formula 1.
Η νίκη αυτή άλλαξε την αντιμετώπιση που είχε απέναντί του το αγωνιστικό περιβάλλον. Ο Jones ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να κερδίσει.
Το 1978 αποτέλεσε το σημαντικότερο σημείο καμπής της καριέρας του. Ο Alan Jones υπέγραψε στη Williams, μια ομάδα που εκείνη την περίοδο δεν είχε ακόμη κατακτήσει την πρώτη της νίκη και προσπαθούσε να βρει τη θέση της ανάμεσα στους μεγάλους της Formula 1.
Ο Frank Williams είχε το όραμα και ο Patrick Head την τεχνική ικανότητα. Αυτό που χρειαζόταν η ομάδα ήταν ένας οδηγός ικανός να μετατρέψει τις φιλοδοξίες της σε αποτελέσματα. Ο Jones αποδείχθηκε η ιδανική επιλογή. Η πρώτη χρονιά δεν ήταν εντυπωσιακή από πλευράς αποτελεσμάτων, όμως η συνεργασία είχε αρχίσει να αποδίδει. Το 1979, με τη Williams FW07, η κατάσταση άλλαξε θεαματικά. Το μονοθέσιο αποδείχθηκε εξαιρετικά ανταγωνιστικό και ο Αυστραλός εξελίχθηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές του πρωταθλήματος.
Κέρδισε τέσσερα Grand Prix, σε Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία και Καναδά, ενώ ολοκλήρωσε τη χρονιά στην τρίτη θέση της βαθμολογίας. Η Williams είχε πλέον περάσει από την κατηγορία των φιλόδοξων νεοεισερχόμενων στις ομάδες που μπορούσαν να διεκδικήσουν πραγματικά το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Και ο Jones ήταν ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να την οδηγήσει εκεί.
Το 1980 θα ήταν η χρονιά του. Με τη Williams FW07B, ο Jones βρέθηκε πίσω από το τιμόνι ενός από τα καλύτερα μονοθέσια της εποχής. Η αεροδυναμική επίδραση του ground effect είχε αλλάξει τη Formula 1 και η Williams είχε καταφέρει να αξιοποιήσει εξαιρετικά αυτήν τη νέα τεχνολογία. Ο Αυστραλός δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Κέρδισε πέντε αγώνες σε Αργεντινή, Γαλλία, Βρετανία, Καναδά και Ηνωμένες Πολιτείες. Η ταχύτητα, η αποφασιστικότητα και η συνέπειά του τον έφεραν στην κορυφή της βαθμολογίας.
Αντίπαλοί του ήταν σπουδαία ονόματα, όπως ο Nelson Piquet, ο Carlos Reutemann και ο Jacques Laffite. Ωστόσο, ο Jones κατάφερε να διαχειριστεί την πίεση και να μετατρέψει την ανωτερότητα της Williams σε έναν ιστορικό τίτλο.
Έγινε ο δεύτερος Αυστραλός παγκόσμιος πρωταθλητής της Formula 1, μετά τον τρεις φορές πρωταθλητή Jack Brabham. Παράλληλα, χάρισε στη Williams τον πρώτο της τίτλο οδηγών και άνοιξε ένα κεφάλαιο που θα εξελισσόταν σε μία από τις μεγαλύτερες δυναστείες στην ιστορία του αθλήματος.
Ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για την ομάδα του Frank Williams.
Η υπεράσπιση του τίτλου αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη από την κατάκτησή του. Το 1981, ο Jones είχε πλέον απέναντί του έναν εξαιρετικά ικανό και έμπειρο ομόσταβλο, τον Carlos Reutemann. Η σχέση των δύο οδηγών δεν ήταν εύκολη και η εσωτερική αντιπαράθεση άρχισε να επηρεάζει την πορεία της Williams.
Η ένταση κορυφώθηκε στο Grand Prix της Βραζιλίας, όταν ο Reutemann αγνόησε τις εντολές της ομάδας και διατήρησε την πρώτη θέση, παρά την προτίμηση της Williams να ευνοήσει τον Jones. Το περιστατικό αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικά επεισόδια εκείνης της σεζόν και επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη σχέση των δύο οδηγών.
Παρά τις δύο νίκες του σε Long Beach και Las Vegas, ο Jones δεν κατάφερε να υπερασπιστεί τον τίτλο του. Τερμάτισε τρίτος στο πρωτάθλημα, πίσω από τον Nelson Piquet και τον Reutemann. Στο τέλος της χρονιάς ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη Formula 1. Είχε φτάσει στην κορυφή, είχε κατακτήσει το όνειρό του και δεν έδειχνε διατεθειμένος να συνεχίσει σε ένα περιβάλλον που δεν του προκαλούσε πλέον την ίδια ευχαρίστηση.
Η αποχώρηση, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι είχε τελειώσει οριστικά με τους αγώνες. Το 1983 πραγματοποίησε μία μεμονωμένη εμφάνιση με την Arrows στο Grand Prix των Ηνωμένων Πολιτειών Δυτικής Ακτής, στο Long Beach. Η επιστροφή του δεν συνοδεύτηκε από κάποιο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα.
Το 1985 δέχθηκε την πρόταση να ενταχθεί στο φιλόδοξο αμερικανικό εγχείρημα της Beatrice-Haas, το οποίο συμμετείχε στη Formula 1 με μονοθέσια Lola. Η προσπάθεια είχε μεγάλες προσδοκίες, αλλά δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε ανταγωνιστική δύναμη.
Ο Jones παρέμεινε στην ομάδα και το 1986, όμως η έλλειψη ανταγωνιστικού πακέτου δεν του επέτρεψε να επιστρέψει στις επιτυχίες του παρελθόντος. Η περιπέτεια της Haas ολοκληρώθηκε μαζί με το τέλος εκείνης της χρονιάς. Η καριέρα του στη Formula 1 είχε πλέον ολοκληρωθεί.
Ο Alan Jones δεν έμεινε στην ιστορία αποκλειστικά για το πρωτάθλημα του 1980. Η αγωνιστική του διαδρομή περιλάμβανε 12 νίκες, 24 παρουσίες στο βάθρο και έξι pole positions σε 117 συμμετοχές σε Grand Prix.
Παράλληλα, το ταλέντο του δεν περιορίστηκε στη Formula 1. Το 1978 κατέκτησε το πρωτάθλημα Can-Am, οδηγώντας Lola, ενώ συνέχισε να συμμετέχει σε αγώνες αυτοκινήτων και μετά την αποχώρησή του από την κορυφαία κατηγορία.
Ασχολήθηκε επίσης με την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων, μεταφέροντας τις γνώσεις και τις εμπειρίες του στο κοινό, ενώ παρέμεινε μια ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη προσωπικότητα του αυστραλιανού μηχανοκίνητου αθλητισμού.
Ο Alan Jones ανήκε σε μια γενιά οδηγών που δεν αντιμετώπιζαν τη Formula 1 ως μια απλή επαγγελματική δραστηριότητα. Ήταν μια εποχή σκληρή, επικίνδυνη και συχνά απρόβλεπτη, όπου η τεχνολογία εξελισσόταν με γρήγορους ρυθμούς και η ανθρώπινη αντοχή δοκιμαζόταν σε κάθε Grand Prix.
Δεν είχε την πολυτέλεια μιας μακράς περιόδου κυριαρχίας. Δεν συγκέντρωσε πολλούς παγκόσμιους τίτλους, ούτε δημιούργησε μια αυτοκρατορία γύρω από το όνομά του. Κατάφερε, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό, καθώς έγινε ο άνθρωπος που οδήγησε τη Williams στην πρώτη μεγάλη κορυφή της ιστορίας της.
Ο Frank Williams βρήκε σε εκείνον τον οδηγό που χρειαζόταν για να μετατρέψει μια φιλόδοξη ομάδα σε πρωταθλήτρια. Και ο Jones βρήκε στον Frank Williams και στον Patrick Head το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητές του.
Ίσως η καριέρα του να αφήνει το ερώτημα του τι θα μπορούσε να είχε πετύχει αν είχε παραμείνει περισσότερα χρόνια στην κορυφή. Όμως η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις. Γράφεται με εκείνες τις στιγμές που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει.
Και για τον Alan Jones, εκείνη η στιγμή ήταν το 1980, όταν ένα αυστραλιανό πείσμα, ένα εξαιρετικό μονοθέσιο και μια ομάδα που διψούσε για επιτυχία συναντήθηκαν στην κορυφή της Formula 1.
Ο κόσμος του μηχανοκίνητου αθλητισμού αποχαιρετά έναν αυθεντικό πρωταθλητή. Έναν οδηγό με έντονο χαρακτήρα, αδιαπραγμάτευτη αγωνιστική νοοτροπία και μια θέση στην ιστορία που δεν εξαρτάται από τον αριθμό των τίτλων του.
Ο Alan Jones ήταν ο πρώτος μεγάλος πρωταθλητής της Williams. Και αυτό είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της Formula 1 που θα φέρει για πάντα τη δική του υπογραφή.








